Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Εξαγγελίες Λοβέρδου για ΟΚΑΝΑ

ΛΟΒΕΡΔΟΣ – ΚΟΙΝΗ ΛΟΓΙΚΗ : 1-0
ΤΟ ‘ΒΛΕΠΕΣ. ΤΟ ‘ΠΑΙΞΕΣ;
Δεν δέχονται μόνον οι άνθρωποι βάρβαρη επίθεση στις μέρες μας. Δέχεται και η κοινή λογική - όπως και η ελληνική γλώσσα, που διαστρεβλώνεται, και η επιστημονική γνώση, που διαστρέφεται, και – βέβαια- οι ταλαίπωροι αυτής της κοινωνίας – τα πιο εξαθλιωμένα στρώματα συμπολιτών μας, των οποίων η υποκριτική προστασία (μετά τη δημόσια διαπόμπευση των προηγούμενων μηνών) χρησιμοποιείται για να τονισθεί η «ευαισθησία» και το «κοινωνικό πρόσωπο» της πιο αναίσθητης και πιο επικίνδυνης μεταπολεμικής κυβέρνησης.
Με «σοκ και δέος» παρακολουθούμε τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων και τους πανηγυρισμούς του υπουργείου υγείας για την …επίλυση του προβλήματος της εξάρτησης εν μέσω θέρους. Για να κατανοήσουμε το θέμα, θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε στοιχειώδεις παραδοχές (κι ας ελπίσουμε ότι η κοινή λογική θα πάρει την εκδίκησή της):
Ι. Άλλο πράγμα η αποποινικοποίηση της χρήσης (δηλ. η αντιμετώπιση του χρήστη ως ανθρώπου που χρειάζεται βοήθεια και όχι ως εγκληματία), και άλλο η «φιλελευθεροποίηση» της διάθεσης και χρήσης ουσιών – που φτάνει μέχρι την ανοησία «φύτεψε κι εσύ ένα δενδρύλλιο στο μπαλκόνι σου! Μπορείς!» (Αυτή η κυβέρνηση έχει το ταλέντο, ακόμα και τις –ελάχιστες!- ορθές αποφάσεις τις, να τις μετατρέπει σε φάρσες…)
ΙΙ .Άλλο πράγμα η εξάρτηση και άλλο η δυνατότητα πρόσβασης στη θεραπεία. Η εξάρτηση είναι ένα φαινόμενο εξαιρετικά σύνθετο με βιολογικές, ψυχολογικές και κοινωνικές συνιστώσες, διαχρονικό στην εμφάνισή του, με ιδιαίτερη έξαρση σε περιόδους οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων, όπως αυτή που ζούμε τώρα. Προφανώς, δεν εξαφανίζεται με την πρόσβαση στη θεραπεία. Η δυνατότητα που παρέχεται στους εξαρτημένους, να έχουν πρόσβαση σε θεραπευτικά προγράμματα κάθε είδους, είναι υποχρέωση του κράτους, υπάρχει σε όλες τις υπόλοιπες «δυτικές» χώρες και, φυσικά, δεν έχει εξαφανίσει την εξάρτηση! (όπως θα πράξει, εδώ, ο κος Λοβέρδος…)
ΙΙΙ. Οποιαδήποτε «χρόνια νόσος» χρειάζεται μακρά, συστηματική και ολιστική θεραπεία για να αντιμετωπιστεί. Ο «καυγάς» για το αν η εξάρτηση είναι ή όχι «νόσος» είναι άνευ σημασίας στην τωρινή συγκυρία. Θα ήταν πιο χρήσιμο να επικεντρωθούμε στην αντίληψη του υπουργείου ότι για την αντιμετώπιση των «νόσων» το μόνο που χρειάζεται είναι το κατάλληλο φάρμακο. Να υποστηρίξει κανείς δηλαδή πως ο Σακχαρώδης Διαβήτης, που είναι πέραν πάσης αμφιβολίας «χρόνια νόσος», δεν χρειάζεται ούτε διαβητολόγο, ούτε εξειδικευμένες εξετάσεις, ούτε ειδική δίαιτα και διαιτολόγο, ούτε αλλαγή του τρόπου ζωής, ούτε ψυχολογική υποστήριξη για να αντιμετωπιστεί. Αρκεί μόνον η «διανομή» ινσουλίνης σε όσους τη ζητούν!
IV.Η αντιμετώπιση της εξάρτησης στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: στην πρόληψη, στη θεραπεία και στην κοινωνική επανένταξη. Απαιτείται παρέμβαση και στα 3 επίπεδα – τα οποία, προφανώς, υποχρηματοδοτούνται και εγκαταλείπονται στις μέρες μας, με πρώτη την κοινωνική επανένταξη. Θα μου πεις, εδώ περιθωριοποιούνται οι μέχρι πρότινος υγιείς – τι ψάχνεις….
V. Η υποκατάσταση είναι –απλώς- μια μέθοδος θεραπείας, και τα υποκατάστατα είναι – απλώς- φάρμακα. Δεν πρόκειται για το διάβολο προσωποποιημένο, όπως θα πιστέψει κανείς διαβάζοντας τις ανακοινώσεις του ΚΚΕ, ούτε για το μαγικό ραβδάκι που αγγίζει τους εξαρτημένους και τους διακτινίζει στη νιρβάνα, όπως, ούτε λίγο ούτε πολύ, διατείνονται «οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις». Συνίσταται στη χορήγηση ουσιών, εξαιρετικά εξαρτησιογόνων και δυνητικά τοξικών, οι οποίες, στις κατάλληλες εξατομικευμένες δόσεις και με την ορθή παρακολούθηση, είναι μια μέθοδος ανακούφισης των συμπτωμάτων της εξάρτησης που επιτρέπει στο χρήστη να ζει «κανονικά» και να κατευθυνθεί, εφόσον φυσικά το αντέχει και το επιθυμεί, προς την απεξάρτηση. Όσον αφορά την αξιολόγηση των διαφόρων μορφών θεραπείας που επιχειρείται στο δημόσιο λόγο, η διεθνής εμπειρία (και η κοινή λογική) υπαγορεύει πως «δεν μπορείς να συγκρίνεις μήλα με πορτοκάλια»: Τα προγράμματα υποκατάστασης δεν είναι ούτε «καλύτερα», ούτε «χειρότερα» από τα «στεγνά». Είναι απλά διαφορετικά. Απευθύνονται σε άλλες ομάδες ανθρώπων, έχουν διαφορετική φιλοσοφία και διαφορετικούς στόχους – και η αποτελεσματικότητά τους, με βάση τους στόχους που το κάθε πρόγραμμα θέτει, είναι συγκρίσιμη.
VI.Όταν στη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική αναφέρονται στα προγράμματα υποκατάστασης, σε καμία περίπτωση δεν εννοούν το υπουργικό όραμα της αθρόας χορήγησης «μεθαδόνης και άλλων αντιεξαρτησιογόνων (!)» στον κοσμάκη. Εννοούν ένα δίκτυο διασυνδεδεμένων υπηρεσιών, που περιλαμβάνει:
• Αυτόνομες δομές ολοκληρωμένης αντιμετώπισης της εξάρτησης, για την αρχική «διαλογή» καθώς και για την αντιμετώπιση των «σύνθετων» περιστατικών.
• Δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια νοσοκομεία για την αντιμετώπιση της συνοσηρότητας.
• Ψυχοκοινωνική υποστήριξη
• Συνταγογράφηση ή/ και επιτηρούμενη χορήγηση από το δίκτυο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης ή/και τα φαρμακεία, για επιλεγμένα περιστατικά – και, τέλος,
• Κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, συνεχιζόμενη εκπαίδευση και εποπτεία.
(Με άλλα λόγια: Πώς είναι ο σχεδιασμός του υπουργού μας; Καμία σχέση!)
Προφανώς αυτός ο σχεδιασμός όχι μόνον δεν αποκλείει, αλλά εμπεριέχει τη λειτουργία δομών μέσα στα νοσοκομεία – σ’ έναν από τους βασικούς πυλώνες του δημόσιου συστήματος υγείας (και όχι, όπως αρέσκονται να τονίζουν οι «αρμόδιοι», στο «φυσικό χώρο» των εξαρτημένων… «Φυσικός χώρος» για τους εξαρτημένους, όπως και για τους υπόλοιπους ανθρώπους, είναι η κοινωνία.)
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πως οι υπουργικές εξαγγελίες, δηλαδή
I. η εντός των επόμενων 3 εβδομάδων ανάπτυξη και έναρξη λειτουργίας 25 νέων δομών (με τελικό στόχο την απορρόφηση, στο επόμενο τρίμηνο, περίπου 7000 ανθρώπων) -
II. χωρίς πρόβλεψη για τη στελέχωση και το πλαίσιο λειτουργίας (οπότε και τον αριθμό και τις ειδικότητες των στελεχών), χωρίς το στοιχειώδη χρόνο εκπαίδευσης -
III. άρα με μοναδική δυνατότητα στελέχωσης τη χρησιμοποίηση των εργαζόμενων στις υπάρχουσες μονάδες, σε βάρος της συνέχισης λειτουργίας των αυτόνομων ολοκληρωμένων δομών
δεν αφήνουν παρά ελάχιστα περιθώρια υλοποίησης μιας στοιχειωδώς «καλής πρακτικής» σύμφωνης με την Ιπποκρατική αρχή του «ωφελέειν ή μη βλάπτειν» - τόσο για τους εξαρτημένους όσο και για το κοινωνικό σύνολο.
Η σαφήνεια με την οποία ο υπουργός εγγυάται την υποστελέχωση των δομών που ετοιμάζονται («όποιος μιλάει για προσλήψεις μου απευθύνει εχθρικό λόγο» απειλούσε σε πρόσφατη συνένετυξη) και η προσπάθεια των υπολοίπων (πχ υφυπουργός Τιμοσίδης ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι το μόνο που χρειάζεται είναι ένας γιατρός και ένας διοικητικός υπάλληλος) να τον ξεπεράσουν σε «τσιγγουνιά» μας διαβεβαιώνουν ότι η πολιτική αυτή δεν θα συνοδευτεί από καμιά άλλη ενίσχυση των προγραμμάτων – ούτε των «στεγνών», κι ακόμα λιγότερο των ολοκληρωμένων προγραμμάτων θεραπείας με υποκατάσταση (τα οποία θα «αποψιλωθούν» από στελέχη).
Πρόκειται για πολιτικές επιλογές που απέχουν πάρα πολύ από την – όποια- λύση θα όφειλε μια ευνομούμενη πολιτεία να παρέχει. Κι αν δικαιολογούνται, μέσα στην απελπισία τους, οι εξαρτημένοι να χαιρετίζουν με ανακούφιση κάτι τέτοιο, καμιά δικαιολογία δεν έχουν η κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και οι φορείς να παρακολουθούν εκστατικοί το ρεσιτάλ των κυρίων Λοβέρδου και Τιμοσίδη. Ένα ρεσιτάλ που ένας ανυποψίαστος θεατής μπορεί να απέδιδε στο συνδυασμό άγνοιας (αδικαιολόγητης εάν θέλεις να εκφέρεις άποψη – πολλώ μάλλον εάν «αποφασίζεις και διατάζεις»…) και αλαζονείας της εξουσίας.
Κατά τη γνώμη μας, ωστόσο, πίσω από την άγνοια και την αλαζονεία κρύβεται μια σαφής πολιτική επιλογή, η οποία
• όχι μόνον στερείται οποιουδήποτε επιστημονικού ερείσματος, αλλά κυρίως
• είναι ανήθικη – γιατί ψηφοθηρεί παίζοντας με την ελπίδα και τη ζωή χιλιάδων συνανθρώπων μας
• είναι επικίνδυνη – γιατί η χωρίς όρους διασπορά εξαρτησιογόνων ουσιών στην κοινότητα, όπου έχει εφαρμοστεί, έχει δημιουργήσει προβλήματα αντίστοιχα και εξίσου σοβαρά με αυτά που προσπάθησε να επιλύσει (συνέχιση ενέσιμης χρήσης και διασποράς HCV και HIV , θάνατοι από μεθαδόνη και βουπρενορφίνη, νέοι χρήστες εξαρτημένοι από τα υποκατάστατα)
• είναι προσεκτικά σχεδιασμένη, και απολύτως εναρμονισμένη με την πολιτική του μνημονίου: περικόπτει τους πόρους, αποδυναμώνει το δημόσιο σύστημα παροχής υπηρεσιών και αφήνει ανοιχτό το πεδίο κερδοφορίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο (όπου, αργά ή γρήγορα, θα προσφύγουν όσοι ζητούν θεραπεία πέραν της «κρατικής πρέζας»).
Σε περιόδους βαθιάς κρίσης όπως η σημερινή, το να ασχολείται η κοινωνία με τα πιο εξαθλιωμένα και αδύναμα μέλη της δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μέτρο του πολιτισμού που έχει οικοδομήσει, και άμυνα ενάντια στη βαρβαρότητα.
Σαν θεραπευτές που δουλεύουμε στο χώρο της αντιμετώπισης της εξάρτησης, σαν επιστήμονες, σαν εργαζόμενοι και σαν πολίτες δεν μπορούμε παρά να ζητήσουμε
• τη διατήρηση και ενίσχυση όλων των προγραμμάτων, «στεγνών» και με υποκατάστατα, ώστε όλοι οι εξαρτημένοι να έχουν τη δυνατότητα ταχείας πρόσβασης σε κατάλληλες γι’ αυτούς δομές που θα παρέχουν ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των προβλημάτων τους.
• Την ενίσχυση των προγραμμάτων πρόληψης και κοινωνικής επανένταξης.
• Τη διατήρηση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα όλων των δομών.
Απαιτούμε από τα πολιτικά κόμματα και τους κοινωνικούς φορείς να τοποθετηθούν ξεκάθαρα απέναντι στους σχεδιασμούς του υπουργείου υγείας.
Και, φυσικά, απαιτούμε από τη διοίκηση του ΟΚΑΝΑ να αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στους ασθενείς (εντός και εκτός δομών), στους εργαζόμενους στον Οργανισμό και στην κοινωνία, με μια σαφή τοποθέτηση: Συμφωνούν η Πρόεδρος, το ΔΣ και η Διεύθυνση Εφαρμογών με τον κο Λοβέρδο; Εάν ναι, ας πάψουν να σιωπούν. Εάν όχι, τι σκοπεύουν να κάνουν;


ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΟΚΑΝΑ